a hadji or Indian that has come to the U.S. for money and makes friends based on how they can improve his ability to get ahead.
Manisha is just sleeping with him so she can get a promotion. She's such a kowshit to try to get ahead.
από Stan West 2 Ιούλιος 2004

1 Word Related to kowshit

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×