Top Definition
icky stuff that accumulates under a girl's boobs. usually more "kukurikapu" is accumulated by girls with big sagging boobs & by girls who put too much powder under their boobs.
Honey, take a shower and wash off your kukurikapu.
από QUINCAY 19 Φεβρουάριος 2003
5 Words related to kukurikapu

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×