An offensive term for a Jewish dyke.
"Wow. That kyke dyke has a major unibrow. You should ask her out, you go for that kind of thing..."
από Frances 23 Απρίλιος 2004
5 Words related to kyke dyke
A Jewish Lesbian, often large or fat, stupid, silly, or just annoying
"Can you believe Ester's father found out about her Kyke Dyke lover?"

"That Kyke Dyke just stole from the offering bowl!"
από Wall Creeper 30 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×