Top Definition
Pronounced (L-ay-ss-j-ah-b) - the sexual act of performing a handjob with your hands tied together by shoelaces.
Nic traded me shoes for my Yugioh cards, so I used those shoelaces to give Robbie a lacejob.
από Turtlesecks69 7 Ιανουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×