1. The massive head of foam when an incompetent bar-person pours a pint of lager.

2. Male ejaculate after a night on the piss
1. Jesus love, you wanna sprinkle some chocolate on that lagerchino while you're at it?

2. Sophie thought she could taste last night's Kronenburg in Simon's lagerchino.
από Kyza 17 Οκτώβριος 2005

5 Words Related to lagerchino

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×