Top Definition
laggard noun: anyone who takes too long to do anything, especially while driving.
this fucking laggard is just sitting there at the green arrow...WTF?!
από sandspit 27 Αύγουστος 2007
someone from the music class of our lady's royton 2003
dubheasa is a laggard
από dubheasa 29 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.