Top Definition
"Lajkovat" means in Czech language to stupidly comment someone's post, photo or link on Facebook. It was created from word "like" by teenagers who spend ton of time on this social network.
Musíš mi lajkovat tuhle fotku, muck!
από lilColN 31 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.