Top Definition
a person of tall disposition.
a person of exaggerated height.
Oi Lankton, shut up.
Lankton, you benny.
από petermilliken 7 Ιούλιος 2006
5 Words related to lankton

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×