Top Definition
The giant untrimmed muff of a woman, usually from a European country. Usually so furry that it stick out the edges of her giant underpants.
Dude, her pussy was so hairy my tongue got tangled in her giant lap forest.
από Jon P. 13 Οκτώβριος 2006
6 Words related to lap forest

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×