Top Definition
the reclaimation of derelict buildings or areas by nature.
The road was starting to LARPTEN since it's disuse in the year 1286.

conjugates to Larptend, strict use also has 'Larptend' where 'Larptening' may be expected.
από ValhallaShoes 16 Οκτώβριος 2005
5 Words related to larpten

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.