Top Definition
state of drunkenness or buzz due to the shampoo effect.
It's gonna be a long day- I've had 2 drinks and I'm already lathered.
από SLampy 7 Ιανουάριος 2006
1 more definition
The act of drinking for the sole purpose of achieving the Shampoo Effect.
Dude, We got so drunk last night.

Yeah man, Let's go get lathered.
από Niggity Nate 10 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×