Top Definition
generic term for a mouth and/or an ass and/or a vagina.
"he kissed her laugh hole"
από CapitalNumber 14 Οκτώβριος 2009
5 Words related to laugh hole

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×