/lə/də/

1. the effectuation of oneself, an individual, or a state of events as seemingly staumeral
2. the contemptuous presumption that something is blatantly transpicuous
3. the signal of comprehended asininity, commonly used in derision
Combines French and English to form the perfect composite of true idiomatic vernacular

Definitions above give rise to a plethora of examples, le duh!
από Dr. Infallible 12 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×