Top Definition
The zest of a lemon being a part of the object itself. To be one with the lemon and it's zest.
Miccadoin is soooo lemonzest. He is one with the substances.
από miccadoin 5 Σεπτέμβριος 2006
Any sex act using substituting hummus as lubricant
"He was pretty tight so I gave him the ol' Lemon Zest"
από Lemmondaddy 29 Ιούνιος 2015
The act of urinating while your penis is inside of your partner's butthole.
Hey man. I was with Jessica last night and I totally gave her the lemon zest.
από erroneously heinous 19 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.