Top Definition
(n) The particular noise emitted from a lesbian being tickled preferably by another lesbian.
(v) to laugh like a lesbian; not to be confused with a heterosexual giggle.
see Lesbichuckle.
Speaker 1"What was that noise coming from Mary and Jane's room?"
Speaker 2 "I don't know Tim but I think it was a lesbigiggle."
από Quita Danger 4 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×