Top Definition
A homosexual female that dresses and styles her hair to appear like a young male twink.
What appears to be a young twinkie boy from a distance is upon closer inspection a masculine dressing lesboyan.
από Jefster 4 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×