Top Definition
To lecture someone while licking them. It is annoying, but cute, depending on the person.
Gean: Put the *lick* toilet paper *lick* on the roll *lick* like this!
Tekel: GAHHHHH! Stop all this lickture!
από Mene Tekel 5 Οκτώβριος 2008
7 Words related to lickture

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×