Top Definition
A man or woman who uses their tongue to pleasure someone they have just met by licking their vagina, penis, anus, testicles, and/or other sensual areas of the body.
Girl 1: I only met him five minutes ago and he was already licking my pussy.
Girl 2: that guy is sucka lickwhore!
από E. Sweet 27 Ιούνιος 2008
5 Words related to lickwhore

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×