Top Definition
To hybridize any two sexual positions/techniques, forming a new, often difficult, coupling.
Kevin really wanted to impress his new lady, so he decided to ligerize the 'jelly doughnut' with the 'dirty sanchez' to form the 'jelty doughchez'.
από Tobasco 1 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×