Top Definition
Someone who does not last all too long when having sex.
"Man, I just met this girl and we went to the washroom where I lightening fucked her"
"My exboyfriend was such a lightening fuck, he couldn't keep up."
από Elysia Brunst 26 Μάρτιος 2007
9 Words related to lightening fuck

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×