Top Definition
a very large luxury vehicle that is driven by senior citizens of the jewish persuasion. usually a lincoln town car or a continental, but a classy version would be a mark 8.
hey dude look at all of the lincohens parked at the diner getting the early bird specials.
από jsf102061 27 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to lincohen

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.