Top Definition
the act of performing a somersault either nude or clother whilst urinating
Jesus christ Shawn that was a wicked cool liquid somersault you just did. You got piss on everything.
από Happy Long 15 Μάιος 2009
6 Words related to liquid somersault

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.