Top Definition
Something that is more lit.
The girls chat is even litter.
από Oxy2020 22 Μάιος 2016
noun,this is the waste substance of hen or crow ,this is
the mixture of uric acid and some other chemical substances
1.As there are many hens in his house ,his house was filled with full of litters.

2.I was annoyed by the bad smell coming from the litter
of hens
#kozhi pee #hen motion #crow motion #motion #pee #moothiram
από villan 6 Οκτώβριος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×