Top Definition
A vacation taken locally. Derived from a combination of local and vacay.
Are you going away somewhere next week? No, I'm gonna take a "locay"
από el3n4 19 Ιούνιος 2008
6 Words related to locay

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.