Top Definition
To feel tired or sluggish
"Time for a break. The group is getting logy"
από Don Rae 9 Δεκέμβριος 2006
1 more definition
The "logies" refers to the sluggish or sleepy feeling that one develops after eating a large meal.
No, I can't move. I destroyed that pizza and now I have a bad case of the "logies."
από partyviking 26 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×