Top Definition
noun,the act of masturbating while loitering. some popular places for loiterbating are: 7-11, walmart, and costco.
Hey bro I was loiterbating at 7-11 yesterday with my girl.
από da bombbater 17 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×