Top Definition
To engage in the inhalation of marijuana; toke
My neighbor caught me lokuhing in the back yard out in the snow.
από word_of_mouth 2 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to lokuh

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×