To laugh in an uncontrollable manner.
Fred: I locked my keys in my car, and it was 100 degrees outside.

Jim: lol.

Fred: All 10 tubs of ice cream that were in my trunk exploded and went everywhere, and now my car is mouldy and smells like sour milk.

Jim: lololololololol
από Synt4x 11 Σεπτέμβριος 2007
Extended use of lol. "laughing out loud out loud out loud out loud out loud out loud out loud."
Guy 1: I think i ate a bug.
Guy 2: lololololololol... Quiet mortal!
από Tannen 9 Σεπτέμβριος 2007
Αλφαβητικά

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×