Top Definition
To have sex on the roof with the moon light reflecting on the males private square.
Lets go lolwading.
I lolwaded yesterday with Jane.
από Lacrisha 4 Ιούνιος 2008
4 Words related to lolwad

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×