Top Definition
1. Adj. - When the "LOL" effect is/will be/was automatic, or immediate.

2. Adj. - Very Lolz

3. Adverb - Lolz-o-matically - with humor
1. "Check this shit out on youtube! It's lolz-o-matic!

2. "Dude you hear the one about the Jew?" ...

3. He will pwn him lolz-o-matically.
από Cads 20 Φεβρουάριος 2008
13 Words related to lolz-o-matic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.