Top Definition
a really long sofa, or like a long on a sofa, a lonfa. the person laying down but on a long sofa instead.
:man im tired
yea me too
:dude, i wanna lay down
go ahead, use my lonfa
από Shinoske 15 Οκτώβριος 2007
6 Words related to lonfa

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×