Top Definition
Looter + hooligan

People who loots and acts like a hooligan at the same time.
"What a looligan!" said a citizen who witnessed a rioter stealing and damaging property on the street.
από sst2 16 Ιούνιος 2011
1 more definition
Looters + hooligans

People who loots and acts like a hooligan at the same time.
Stupid looligans rioting in the city.
από sst2 16 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×