Top Definition
A term given to someone who is a looser and an idiot, usualy used between friends as a joke but can be used truthfuly
Bob is such a loosiot.
από Johnny Watkinson 27 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to loosiot

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×