Top Definition
originally derived from lope, a lopester is one who keeps it lope at all times and in all situations. a lopester is a good thing to be. direct opposite of a bunkster.
That Ben kid is a total lopester.
από LopeLobster 4 Αύγουστος 2006
6 Words related to lopester

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.