Top Definition
1. is a combination of both an asshole and a lop

2.someone being arrogant, rude, obnoxious, and a person that can't be explained because of the moranic ideas that they hold or idiotic actions they do.
Felix is so dumb and thinks he's so smart, what a lophole.
από chief86 31 Ιούλιος 2008
11 Words related to lophole

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×