Top Definition
The action of of a loser;

Something one does to solidify thier state of losership.
John loseringly asked if he could ride in Ben's hot ass 95 civic with a h22 engine swap, and stage 3 turbo running 15 psi, GTR body kit, and krunk in the trunk like whoa..
από Daez 27 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×