Top Definition
the act of putting lotion on.
I'm about to lotionize the crap out of my legs.
από courtski 2 Φεβρουάριος 2015
The act of rubbing sexual body fluids into your hands due to lack of a better place to whipe off or clean off.
Bro 1 - " Yo bro! " - goes in for handshake -
Bro 2 - " .. Oh hey man yo let me lotionize real quick .. "
από sarzzzOD 21 Μάρτιος 2011
the act of putting lotion on one's "privates" (FC) once they shave it.
από poo licker 2 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×