Top Definition
1.having lots of money.
1.he got crazy lucciano
από jacqueelah veal 8 Φεβρουάριος 2005
1 more definition
4 Words related to lucciano
Super big pimp daddy that all the girlies love
man, he's a lucciano, and he's so sexy
από K-DIZZLE 20 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×