Top Definition
someone who lurks around.
''omg look at the guy trying to get in our picture in the background''
''haha what a lurko''

''omg stop being a lurko on her facebook page''
από blaaaahh 29 Ιανουάριος 2009
lurker + creepo
i was checking out brodilyndsey on stickam and theres nothin but lurkos running about
από thisisdreaming 29 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.