Top Definition
A sexual orientation referring to someone who is a lurk. Used to joke with friends, not meant to label actual lurks.
"Damn, fool you were so lurksexual at that party. You should have just spat some game at those girlies."
από J-Thizz 14 Μάιος 2008
5 Words related to lurksexual

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.