Top Definition
A person who lurks around, loiters, and acts creepy in a very sketch manner. Their presence is usually out of place, resulting in suspicion.
"look at that sketcher in that alley over there. he's such a lurky turkey."
από Yuppie God House 25 Αύγουστος 2009
5 Words related to lurky turkey

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×