Top Definition
A combination of lust, lurk and thirst (as in thirsty the slang for horny desperation).
A term used to describe an individual who is lusting after someone who they are sexually attracted to with desperate intensity.
Stephanie is lurstin' after Ian.
Sharon is lursty for Harry.
#thirsty #lustin' #fishin' #horny #desperate #lurkin'
από PrincessAnastasia 29 Αύγουστος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×