Top Definition
Lurking and perving simultaneously.
Benji was lurving at the dock while we were smoking, we were totally trapped and couldn't get away.
από nerdbitch 3 Νοέμβριος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.