Top Definition
-verb, to lyre
-the action of striking a person or object with a lyre(musical instrument)
Dam the guy got lyred

How could you tell?
He still has strings sticking out of his head

Paul just lyred the music teacher.
Is the lyre ok?
#verb #action #hit #strike #lyre
από Raversanthem 19 Αύγουστος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×