Top Definition
Inscrutibly incapable person.
Someone who seems unable to understand/do the simplest of things.
You did what...
You *#!$%@ m00k!
από Anonymous 1 Οκτώβριος 2003
9 Words related to m00k
also means, cool, rad, far out, fuck yeah.
that shit was m00k as fuck.
από HeatherHavoc 12 Ιούλιος 2009
insignificant person
"your about as significant as a m00k"
από 00 13 Μάρτιος 2003
Slang term used to refer to the act of sexual intercourse.
"Oh man, I want to m00k!"
από Tobias Talbain 17 Μάιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.