Top Definition
(mak-a-lak)1. basically a rich guy or a guy with rich clothes. 2. the guy who always has something to say. 3. the leader and the guy who has everything.
1. look at that machalack crossing the street.
από firesa 3 Ιανουάριος 2008
4 Words related to machalack

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.