noun: Mamge

Verb: to do a Mamge
Noun: mamge: a person who gets angry very easily and sulks and deletes his or her myspace in a rage. Often, annoying Squeaky noises may occur.

Verb: 1) ollie has done a mamge - ollie has gone off in a strop 2) he has done a mamge - he has deleted his myspace in a rage
από sallamantha 5 Μάρτιος 2008

8 Words Related to mamge

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×