Top Definition
(v): the act of sporting a man bun. Can be expanded to many forms, including but not limited to: man bunned, man bunner, and man bunnery.
There is way too much man bunning going on at this John Mayer concert
από Ron_diggity 20 Φεβρουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×