Top Definition
When a man puts something in his pocket for an extended period of time causing significant wear and tear to whatever it was.
Steve gave me his paycheck. The check had been man pocketted and I was ashamed to take the tattered thing to the bank.
από Liddy34 14 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×