Top Definition
(Noun) An indulgence for a man.
Nick: My hairdresser gives me a massage, offers free WiFi while I wait - and has a beer fridge stocked with free beer.

Matt: That's such a mandulgence.
από Manfred Mann 21 Απρίλιος 2009
5 Words related to mandulgence

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×